Στο άρθρο που ακολουθεί, μπορείτε να διαβάσετε μια σύντομη εξέταση του ρόλου της υαλοειδεκτομής στη διάγνωση και τη θεραπεία της ραγοειδίτιδας.

Το 1970 πραγματοποιήθηκε από τον Robert Machemer, MD η εξέλιξη της τεχνικής της υαλοειδεκτομής - βιτρεκτομής (PPV) όσο αφορά τη χρήση της στη διάγνωση και τη θεραπεία αμφότερων μολυσματικών και νεοπλαστικών καταστάσειων.

Το 1975, ο Michels, ανέφερε για πρώτη φορά τη διάγνωση σαρκώματος (δηλαδή ενδοφθάλμιου λεμφώματος) χρησιμοποιώντας τη τεχνική της υαλοειδεκτομής - βιτρεκτομής. Εντός έξι ετών δημοσιεύθηκε η πρώτη εργασία για τη χρήση της υαλοειδεκτομής - βιτρεκτομής στον έλεγχο και τη θεραπεία της ραγοειδίτιδας.

Καθώς η υαλοειδεκτομή - βιτρεκτομή έγινε αποτελεσματικότερη και πιο ασφαλής, κυρίως λόγω της προόδου της τεχνολογίας, με τη χρήση μικρότερων εργαλείων και μεθόδων ευρείας προβολής, χρησιμοποιήθηκε με επιτυχία και στη διάγνωση της ραγοειδίτιδας του οπίσθιου πόλου καθώς και παθήσεων με παρόμοια συμπτώματα με τη ραγοειδίτιδα.

ΔΙΑΓΝΩΣΗ ΜΕ ΥΑΛΟΕΙΔΕΚΤΟΜΗ - ΒΙΤΡΕΚΤΟΜΗ

Λέμφωμα ή Ραγοειδίτιδα;

Οι περισσότεροι ασθενείς με ενδοφθάλμιο λέμφωμα θα εμφανιστούν με οπίσθια ή ολική ραγοειδίτιδα. Επομένως, είναι σημαντικό να γνωρίζετε τα χαρακτηριστικά της νόσου και να υπάρχει υποψία σε παρόμοιες περιπτώσεις. Ο βασικός τομέας για τη διάγνωση του λεμφώματος παραμένει η κυτταρολογία. Ένα πρώτο δείγμα λαμβάνεται αμέσως κατά την έναρξη της υαλοειδεκτομής - βιτρεκτομής χρησιμοποιώντας εργαλεία μικρής διαμέτρου, με την έγχυση κλειστή είτε να έχει γυρίσει στον αέρα, για να επιτευχθεί η μεγαλύτερη συλλογή κυττάρων.

Η απεικόνιση με διαφορετικά μηχανήματα, ο λεπτομερής κλινικός έλεγχος, η απεικόνιση του εγκεφάλου και ο προσεκτικός χειρισμός των δειγμάτων από τον οφθαλμίατρο ή τον παθολόγο είναι πρωταρχικής σημασίας. Πρόσφατα στοιχεία έδειξαν ότι η χρήση χαμηλών ρυθμών κοπής (500 έως 1.000 cpm), βοηθούν στη βελτιστοποίηση της κυτταρικής ακεραιότητας. Η ευαισθησία των κυττάρων παραμένει χαμηλή παρά τις βελτιώσεις στις τεχνικές και στις βοηθητικές αναλύσεις, που βοηθούν στην σωστή διαχείριση του ασθενούς, ακόμη και αν δεν υπάρχει οριστική κυτταρολογική διάγνωση.

Η μαγνητική εγκεφάλου κάθε 6 έως 12 μήνες μπορεί να βοηθήσει στην πρόωρη διάγνωση του λεμφώματος του κεντρικού νευρικού συστήματος. Σε πολλές περιπτώσεις, ο έλεγχος του υαλοειδούς μπορεί να μην βοηθάει στην οριστική διάγνωση, αλλά η βιοψία διηθήσεων μπορεί να βοηθήσει, με σωστό διαγνωστικό έλεγχο. Αυτό συχνά επιτυγχάνεται με τη δημιουργία μίας μικρής ρετινοτομής παρακείμενης στο διήθημα με χρήση ενδοοφθαλμικής διαθερμίας και στη συνέχεια με τη χρήση μιας μαλακής κάνουλας να μετακινήσουμε τη ρετινοτομή επί του διηθήματος, ώστε να αναρροφηθεί το διήθημα σε μία σύριγγα. Σε σπάνιες περιπτώσεις, μπορεί να είναι απαραίτητη η χοριοαμφιβληστροειδική βιοψία για την τελική διάγνωση.

Είναι μολυσματικό;

Ο διαγνωστικός έλεγχος για τη λοιμώδη ραγοειδίτιδα είναι απαραίτητος. Η υαλοειδεκτομή - βιτρεκτομή χρησιμοποιείται συχνά για τη συλλογή δειγμάτων προς καλλιέργεια σε ασθενείς με μετεγχειρητική ενδοφθαλμίτιδα, οι οποίοι έχουν όραση, αντίληψη κινουμένης χειρός ή χειρότερη, σε ασθενής με χρόνια μετεγχειρητική ενδοφθαλμίτιδα ή υποψία ενδογενούς ενδοφθαλμίτιδα. Σε αυτές τις περιπτώσεις είναι σημαντική, η προσεκτική διαχείριση των δειγμάτων προς καλλιέργεια στο μικροβιολογικό εργαστήριο.

Η αντίδραση της πολυμεράσης μπορεί να είναι χρήσιμη για την ταχεία αναγνώριση βακτηριακών, μυκητιακών και μυκοβακτηριακών παθογόνων μικροοργανισμών. Η αντίδραση της πολυμεράσης είναι ακόμη απαραίτητη για την ταυτοποίηση ιών, της τοξοπλάσμωσης και της φυματίωσης. Εάν υπάρξει υποψία παρουσίας παθογόνων μικροοργανισμών, μπορούν να χορηγηθούν αντιβιοτικά ενδοεγχειρητικά. Εάν υπάρχει αποκόλληση αμφιβληστροειδούς, μπορεί να χρησιμοποιηθεί έλαιο σιλικόνης για τη διατήρηση της μετεγχειρητικής ορατότητας του βυθού και αυτό μπορεί να προσφέρει κάποιες αντιμικροβιακές ιδιότητες.

Οι χειρουργοί μπορούν να χρησιμοποιήσουν με ασφάλεια 27G εργαλεία, σε πολλές από αυτές τις περιπτώσεις καθώς δεν φαίνεται ότι οι ρυθμοί κοπής ή η αραίωση του δείγματος με έγχυση υγρού έχουν κάποιο αντίκτυπο στη διάγνωση.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΜΕ ΥΑΛΟΕΙΔΕΚΤΟΜΗ - ΒΙΤΡΕΚΤΟΜΗ

Η υαλοειδεκτομή - βιτρεκτομή έχει χρησιμοποιηθεί για τη θεραπεία πολλών επιπλοκών της ραγοειδίτιδας, όπως η ρηγματογενής ή η ελκτική αποκόλληση αμφιβληστροειδούς, η επιαμφιβληστροειδική μεμβράνη, η οπή της ωχράς κηλίδας, το κυστικό οίδημα της ωχράς κηλίδας και η θολερότητα του υαλοειδούς. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, είναι απαραίτητος ο ενδοεγχειρητικός έλεγχος της φλεγμονής. Ωστόσο, δεν υπάρχουν διαθέσιμα συγκριτικά στοιχεία που να βοηθούν τις επιλογές του ενδοεγχειρητικού ελέγχου.

Τα αντιβιοτικά είναι ασφαλή για τους περισσότερους ασθενείς με ραγοειδίτιδα από λοιμώδη αίτια, όπως η τοξοπλάσμωση ή η οξεία νέκρωση του αμφιβληστροειδούς. Τα στεροειδή κατά τη διάρκεια του χειρουργείου μπορούν να χορηγηθούν από το στόμα, να εγχυθούν στον υπό τενόνιο χώρο ή να χορηγηθούν τοπικά και η επιλογή του παράγοντα και της δόσης μπορεί να προσαρμοστεί, μπροστά στον κίνδυνο επαναλαμβανόμενης ραγοειδίτιδας. Για παράδειγμα, για έναν κατά τα άλλα υγιή ασθενή με δύσκολη προς έλεγχο ενδιάμεση ραγοειδίτιδα που έχει υποβληθεί σε θεραπεία για 2 έτη με μεθοτρεξάτη και αφαίρεση επιαμφιβληστροειδικής μεμβράνης, θα προτείναμε την προσθήκη 30 mg πρεδνιζόνης ημερησίως στην μεθοτρεξάτη ξεκινώντας 1 εβδομάδα πριν από τη χειρουργική επέμβαση και συνεχίζοντας 2 εβδομάδες μετά τη χειρουργική επέμβαση με γρήγορη μείωση, εκτός από τη χρήση τοπικού στεροειδούς. Από την άλλη πλευρά, για έναν διαβητικό ασθενή με πρόσθια ραγοειδίτιδα που ήταν ασυμπτωματικός για 3 χρόνια χωρίς τη χρήση φαρμάκων, θα συνιστούσαμε τη χρήση Durezol (Novartis) τοπικά, τέσσερις φορές ημερησίως για μερικές εβδομάδες μετά τη χειρουργική επέμβαση ακολουθούμενη από σταδιακή μείωση.

Συνεχείς επανεξετάσεις για τυχόν κυστικό οίδημα της ωχράς κηλίδας, αμφιβληστροειδική αγγειίτιδα, παρουσία κυττάρων στον πρόσθιο θάλαμο ή στο υαλοειδές και / ή νέες χοριοαμφιβληστροειδικές βλάβες σε επιλεγμένους ασθενείς είναι απαραίτητη κατά την μετεγχειρητική περίοδο. Τα αποτελέσματα των εξετάσεων σχετικά με το οπτικό όφελος από τη χρήση της υαλοειδεκτομής - βιτρεκτομής για τη θεραπεία των επιπλοκών της ραγοειδίτιδας, παρουσιάζουν σε μεγάλο βαθμό υστέρηση. Ωστόσο, οι σύγχρονες τεχνικές υαλοειδεκτομής - βιτρεκτομής σε συνδυασμό με τον κατάλληλο έλεγχο των φλεγμονών, καθώς και η προσεκτική παρακολούθηση μπορούν να οδηγήσουν σε καλά χειρουργικά αποτελέσματα, σε ασθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία για επιπλοκές της ραγοειδίτιδας με στάνταρ χειρουργικές τεχνικές.

Επειδή αφαιρούμε τα ανοσοεπαρκή κύτταρα και τις κυτοκίνες από την υαλοειδική κοιλότητα, η υαλοειδεκτομή - βιτρεκτομή θεωρείται εδώ και καιρό ότι μπορεί να διαδραματίσει ένα σημαντικό ρόλο στην αντιμετώπιση της οφθαλμικής φλεγμονής. Παρόλο που ορισμένα στοιχεία υποστηρίζουν αυτόν τον θεραπευτικό ρόλο, η αποτελεσματικότητα της είναι ασαφής. Επομένως, λόγω έλλειψης αποδεδειγμένου οφέλους, η χρήση της υαλοειδεκτομής - βιτρεκτομής, ως μέσου ελέγχου της ενδοφθάλμιας φλεγμονής, θα πρέπει να παραμείνει ως τελευταία λύση.

ΜΕ ΜΙΑ ΓΡΗΓΟΡΗ ΜΑΤΙΑ

  1. Η υαλοειδεκτομή - βιτρεκτομή μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη διάγνωση και τη θεραπεία της οπίσθιας ραγοειδίτιδας και σε περιπτώσεις που έχουμε την ίδια συμπτωματολογία με τη ραγοειδίτιδα.
  2. Η υαλοειδεκτομή - βιτρεκτομή μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί για τη θεραπεία επιπλοκών της ραγοειδίτιδας, όπως είναι η ρηγματογενής ή η ελκτική αποκόλληση του αμφιβληστροειδούς, η επιαμφιβληστροειδική μεμβράνη, η οπή της ωχράς κηλίδας, το κυστικό οίδημα της ωχράς κηλίδας και η θολερότητα του υαλοειδούς.
  3. Η υαλοειδεκτομή - βιτρεκτομή θεωρείται ότι διαδραματίζει ρόλο στον έλεγχο της οφθαλμικής φλεγμονής, αλλά λόγω της έλλειψης στοιχείων για την αποτελεσματικότητα της, χρησιμοποιείται ως τελευταία λύση για το σκοπό αυτό.

ΧΡΗΣΙΜΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

  1. Το πρωτογενές λέμφωμα του κεντρικού νευρικού συστήματος αντιστοιχεί σε 3% όλων των πρωτογενών όγκων του εγκεφάλου, με μέση ηλικία εμφάνισης τα 62 έτη περίπου.
  2. Αν και η ραγοειδίτιδα μπορεί να εμφανιστεί σε οποιαδήποτε ηλικία, επηρεάζει κυρίως άτομα ηλικίας μεταξύ 20 και 60 ετών.
  3. Η ραγοειδίτιδα μπορεί να προκαλέσει συμπτώματα, όπως μειωμένη οπτική οξύτητα, πόνο, ευαισθησία στο φως και αυξημένη εμφάνιση μυοψιών. Σε πολλές περιπτώσεις η αιτία είναι άγνωστη.
  4. Η οπίσθια ραγοειδίτιδα είναι η λιγότερο κοινή μορφή της ραγοειδίτιδας. Υπάρχουν πολλές μολυσματικές και μη μολυσματικές αιτίες.
  5. Οι θεραπείες της ραγοειδίτιδας στοχεύουν κυρίως στην εξάλειψη της φλεγμονής, στην ανακούφιση του πόνου, στην πρόληψη περαιτέρω βλάβης των ιστών και αποκατάσταση της απώλειας της όρασης.