logo

Εισαγωγή

Η ηλικιακή εκφύλιση της ωχράς κηλίδας είναι η πρώτη αιτία χαμηλής όρασης στο δυτικό κόσμο για τους ανθρώπους άνω των 50 ετών. Ο ένας ή και οι δύο οφθαλμοί μπορεί να προσβληθούν από την ηλικιακή εκφύλισης της ωχράς κηλίδας. Η κεντρική όραση περιορίζεται, ωστόσο, η περιφερική όραση παραμένει ανέπαφη.

Υπάρχουν δύο μορφές ηλικιακής εκφύλισης της ωχράς κηλίδας: η ξηρά μορφή (γνωστή και ως μη-εξιδρωματική ή ατροφική μορφή) και η υγρά μορφή (ή εξιδρωματική) ηλικιακής εκφύλισης της ωχράς κηλίδας.

Η πλέον σύγχρονη και αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση της υγρού τύπου ηλικιακής εκφύλισης της ωχράς κηλίδας είναι η θεραπεία με ενδουαλοειδικές ενέσεις με αντι-VEGF, με την οποία επιτυγχάνεται σταθεροποίηση αλλά και βελτίωση της κεντρικής όρασης. Η θεραπεία γίνεται αρχικά μια φορά το μήνα για τρεις μήνες και στη συνέχεια εξατομικεύεται. Η στενή (μηνιαία) παρακολούθηση του ασθενούς που πάσχει από την υγρού τύπου ηλικιακής εκφύλισης της ωχράς κηλίδας είναι απαραίτητη ώστε να εξασφαλιστεί το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα.

Στη συνέχεια σας παρουσιάζουμε μια πολύ ενδιαφέρουσα μελέτη, που πραγματοποιήθηκε από ομάδα γιατρών του νοσοκομείου Wills Eye, η οποία μας δείχνει ότι η τηλεφωνική κλήση για υπενθύμιση του επανελέγχου σε ασθενείς που υποβάλλονται σε ενδοϋαλοειδική ένεση αντιαγγειογενετικού παράγοντα (Anti VEGF), μπορεί να μειώσει τα ποσοστά μη τήρησης της ακολουθίας των προγραμματισμένων ραντεβού τους.

Η Μελέτη

Σύμφωνα με τους ερευνητές, μια μικρή αλλά στατιστικά σημαντική μείωση του ποσοστού μη τήρησης παρατηρείται όταν ακολουθείται το σύστημα υπενθύμισης του ραντεβού μέσω τηλεφωνικής κλήσης. Η συμμόρφωση σε αυτά τα θεραπευτικά σχήματα έχει αποδειχθεί δύσκολη τόσο για τους ασθενείς όσο και για τους γιατρούς.

Η μελέτη διεξήχθη σε σύνολο 9.690 ασθενών και 84.613 ενέσεων μεταξύ Ιανουαρίου 2016 και Σεπτεμβρίου 2019. Συμπεριλήφθηκαν ασθενείς με ιστορικό ηλικιακής εκφύλισης ωχράς κηλίδας υγρού τύπου (wet AMD), παραγωγικής διαβητικής αμφιβληστροειδοπάθειας (BDR) και απόφραξης φλέβας αμφιβληστροειδούς. Με την ολοκλήρωση του θεραπευτικού σχήματος, οι ασθενείς που δεν προσήλθαν σε κάποια επίσκεψη, έλαβαν ατομική κλήση για να προχωρήσουν σε επαναπρογραμματισμό.

Οι ερευνητές μελέτησαν δύο ομάδες που ξεκίνησαν τις ένεσης πριν και μετά την ολοκλήρωση της τηλεφωνικής υπενθύμισης.

Η ομάδα των ασθενών που ξεκίνησαν τις ενέσεις πριν την ολοκλήρωση της τηλεφωνικής υπενθύμισης είχαν ποσοστό μη τήρησης των ραντεβού τους της τάξεως του 5,5% και 2645 ενέσεις, ενώ οι ασθενείς που ξεκίνησαν τις ενέσεις μετά την ολοκλήρωση της τηλεφωνικής υπενθύμισης είχαν ποσοστό μη τήρησης των ραντεβού τους στο 5,1% και 1872 ενέσεις.

Η μέση ηλικία των ασθενών κατά την έναρξη της μελέτης ήταν τα 72,9 έτη. Στους ασθενείς με ηλικία κάτω των 75 ετών κατά την έναρξη της μελέτης, το ποσοστό μη τήρησης μειώθηκε σημαντικά από 7,6% σε 5,7% μετά την εφαρμογή της τηλεφωνικής υπενθύμισης. Ωστόσο, ένα λιγότερο υψηλό ποσοστό μη τήρησης των ραντεβού εμφανίστηκε στους ασθενείς άνω των 75 ετών.

Συμπερασματικά βάση των όσων αναφέρουν οι ερευνητές, το συγκεκριμένο σύστημα παρακολούθησης φάνηκε να είναι πιο αποτελεσματικό ανάλογα με τα βασικά χαρακτηριστικά των ασθενών που συμμετείχαν στην μελέτη, δηλαδή την ηλικία, το φύλο και τον βαθμό σοβαρότητας της νόσου. Η περαιτέρω μείωση των ποσοστών μη τήρησης των ραντεβού ενδέχεται να απαιτήσει μια πιο ολοκληρωμένη παρέμβαση.