logo

Οι εκφυλιστικές παθήσεις του αμφιβληστροειδούς αποτελούν σημαντική αιτία οπτικής αναπηρίας παγκοσμίως. Με την αύξηση του προσδόκιμου ζωής και τη μεγαλύτερη διάρκεια έκθεσης σε παράγοντες κινδύνου, η ζήτηση για αποτελεσματικές θεραπείες έχει αναδειχθεί σε ζωτικής σημασίας πρόκληση. Στο πλαίσιο αυτό, οι ενδοϋαλοειδικές ενέσεις (intravitrealinjections) έχουν καθιερωθεί ως μια από τις πιο καινοτόμες και συχνά εφαρμοζόμενες προσεγγίσεις στη σύγχρονη οφθαλμολογία, ειδικά για παθήσεις όπως η ηλικιακή εκφύλιση ωχράς (AMD), η διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια (DR) και το μη-ισχαιμικό οίδημα της ωχράς.

Τι είναι οι ενδοϋαλοειδικές ενέσεις;

Οι ενδοϋαλοειδικές ενέσεις είναι μέθοδος όπου φαρμακευτικές ουσίες εγχέονται απευθείας στο υαλοειδές σώμα του οφθαλμού (μέσα στον θάλαμο μπροστά από τον αμφιβληστροειδή). Αυτή η τοπική χορήγηση επιτρέπει υψηλή συγκέντρωση του φαρμάκου στο στόχο, αποφεύγοντας συστηματική έκθεση και παρενέργειες του υπόλοιπου σώματος.

Τα φάρμακα που χρησιμοποιούνται γενικά ανήκουν σε δύο κύριες κατηγορίες:

  • Αντι-VEGF (αντικαταστατικοί παράγοντες του αγγειακού ενδοθηλιακού αυξητικού παράγοντα)
  • Στεροειδή και άλλα αντιφλεγμονώδη ενδοϋαλοειδικά σκευάσματα

Ανάλογα με την πάθηση, τις ανάγκες του ασθενούς και την ανταπόκριση, μπορεί να επιλεγεί η καταλληλότερη ουσία ή και εναλλαγή μεταξύ τους.

Εκφυλιστικές παθήσεις αμφιβληστροειδούς που θεραπεύονται με ενδοϋαλοειδικές ενέσεις

  1. Ηλικιακή εκφύλιση της ωχράς (AMD)

Η υγρή μορφή της ηλικιακής εκφύλισης χαρακτηρίζεται από ανάπτυξη παθολογικών νεοαγγείων κάτω από τον αμφιβληστροειδή, τα οποία διαρρέουν υγρά και αιμοσφαίρια προκαλώντας οίδημα και αλλοιώσεις της ωχράς. Οι αντι-VEGF ενέσεις στοχεύουν στην αναστολή αυτής της αγγειογένεσης και στη μείωση του οιδήματος, επιτρέποντας τη σταθεροποίηση ή και βελτίωση της όρασης.

  1. Διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια (DR) και διαβητικό οίδημα ωχράς (DME)

Στη διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια, η χρόνια υπεργλυκαιμία προκαλεί βλάβη στα μικροαγγεία του αμφιβληστροειδούς, οδηγώντας σε διαρροές, ισχαιμία και νεοαγγείωση. Το διαβητικό οίδημα ωχράς είναι η συχνότερη αιτία απώλειας όρασης στους διαβητικούς και ανταποκρίνεται καλά στις ενδοϋαλοειδικές ενέσεις αντι-VEGF και στεροειδών, με μείωση του οιδήματος και βελτίωση της όρασης.

  1. Υπολειμματικές ή ανθεκτικές μορφές οίδηματος ή νεοαγγειώσεων

Υπάρχουν περιπτώσεις όπου η πάθηση δεν ανταποκρίνεται ικανοποιητικά σε άλλη θεραπεία (όπως φωτοπηξία λέιζερ ή παρακολούθηση). Οι ενδοϋαλοειδικές ενέσεις χρησιμοποιούνται ως εναλλακτική ή συμπληρωματική θεραπεία σε αυτές τις περιπτώσεις.

Μηχανισμός δράσης των ενδοϋαλοειδικών ενέσεων

 Αντι-VEGF παράγοντες

Ο VEGF (vascularendothelialgrowthfactor) είναι πρωτεΐνη που προάγει τη δημιουργία νέων αιμοφόρων αγγείων (αγγειογένεση) και αυξάνει τη διαπερατότητα των τοιχωμάτων των αγγείων. Σε παθολογικές καταστάσεις του αμφιβληστροειδούς, η αύξηση της έκφρασης VEGF συμβάλλει σε διαρροές, οίδημα και νέους αγγειακούς σχηματισμούς.

Οι ενδοϋαλοειδικές ενέσεις αντι-VEGF (όπως bevacizumab, ranibizumab, aflibercept και νεότερα σκευάσματα) δεσμεύουν τον VEGF ή αναστέλλουν τη δράση του, περιορίζοντας τη δημιουργία παθολογικών νεοαγγείων και τη διαρροή υγρών στο δίκτυο του αμφιβληστροειδούς.

Το αποτέλεσμα είναι η μείωση του οιδήματος, η αποκατάσταση της φυσιολογικής ανατομίας της ωχράς και η επίτευξη λειτουργικής βελτίωσης στην όραση ή τουλάχιστον η σταθεροποίησή της.

Ενδοϋαλοειδικάστεροειδή και αντιφλεγμονώδη

 

  • Η φλεγμονώδης διαδικασία διαδραματίζει σημαντικό ρόλο σε πολλές μορφές εκφυλιστικών παθήσεων του αμφιβληστροειδούς.
  • Τα ενδοϋαλοειδικάστεροειδή (π.χ. triamcinolone, δεξακεθαζόνη σε εμφυτεύματα) βοηθούν στη μείωση της φλεγμονώδους διόγκωσης των ιστών, στη σταθεροποίηση των κυτταρικών μεμβρανών των αγγείων και στη μείωση διαρροών.
  • Συνδυάζονται συχνά με αντι-VEGF θεραπείες σε δύσκολες ή ανθεκτικές περιπτώσεις, ή χρησιμοποιούνται όταν η χρήση αντι-VEGF δεν ενδείκνυται ή δεν επαρκεί.

 Πλεονεκτήματα των ενδοϋαλοειδικών ενέσεων

 Τοπική, στοχευμένη δράση

Δίνουν τη δυνατότητα υψηλής συγκέντρωσης του φαρμάκου στο σημείο ενδιαφέροντος (αμφιβληστροειδής) χωρίς σημαντική συστηματική έκθεση και υποστηρίζουν ασφαλή χρήση.

Ευελιξία δοσολογίας και χρονισμού

Η δόση και η συχνότητα των ενέσεων μπορεί να προσαρμοστούν ανάλογα με την ανταπόκριση του ασθενούς.

Αποτελεσματικότητα

Έχουν αποδειχθεί ικανές να μειώσουν το οίδημα, να σταθεροποιήσουν ή και να βελτιώσουν την όραση σε πολλές περιπτώσεις εκφυλιστικών παθήσεων.

Συμπληρωματική χρήση

Μπορούν να συνδυαστούν με άλλες θεραπευτικές μεθόδους (όπως λέιζερ θεραπεία) ή να εφαρμοστούν ως “διάσωση” όταν άλλες θεραπείες αποτύχουν.

Ελάχιστα παρεμβατικό

Αν και εισέρχονται στον οφθαλμό, οι ενέσεις είναι σχετικά γρήγορες, ανώδυνες (με τοπική αναισθησία) και χωρίς μεγάλη ταλαιπωρία για τον ασθενή.

Περιορισμοί και κίνδυνοι

 Παρόλο που οι ενδοϋαλοειδικές ενέσεις προσφέρουν σημαντικά πλεονεκτήματα, δεν είναι χωρίς ρίσκα και περιορισμούς:

Κίνδυνος ενδοφθαλμίτιδας

Υπάρχει μικρός, αλλά υπαρκτός, κίνδυνος μόλυνσης εντός του οφθαλμού (ενδοφθαλμίτιδα), μια σοβαρή επιπλοκή που απαιτεί άμεση αντιμετώπιση.

Αυξημένη ενδοφθάλμια πίεση (IOP)

Κάθε ένεση μπορεί να προκαλέσει προσωρινή αύξηση της ενδοφθάλμιας πίεσης. Σε ασθενείς με γλαύκωμα ή προδιάθεση για αυξημένη πίεση, πρέπει να παρακολουθείται η IOP.

Πρόωρος καταρράκτης

Σε θεραπείες με στεροειδή, υπάρχει κίνδυνος επιτάχυνσης της ανάπτυξης καταρράκτη, ειδικά σε ευαίσθητα άτομα.

Ανταπόκριση και αντοχή

Ορισμένοι ασθενείς μπορεί να μην ανταποκριθούν επαρκώς στις πρώτες ενέσεις (αντι-VEGF ανθεκτικότητα) ή να εμφανίζουν επαναλαμβανόμενο οίδημα που απαιτεί συνεχή επεμβατική αντιμετώπιση.

Συχνότητα επαναλήψεων και κόστη

Οι ενδοϋαλοειδικές ενέσεις συχνά απαιτούν επαναλήψεις με προσδιορισμό διαστήματος (π.χ. κάθε 4–8 εβδομάδες ή κατά περίπτωση). Αυτό μπορεί να επιφέρει αυξημένο κόστος και επιβάρυνση σε όρους χρόνου και παρακολούθησης.

Μη καλυπτόμενες περιοχές θεραπείας

Η περιοχή της περιφέρειας του αμφιβληστροειδούς ίσως να μην επηρεάζεται επαρκώς, και κάποιες παθολογικές διεργασίες μπορεί να απαιτούν άλλες θεραπείες.

Στρατηγικές χορήγησης και πρωτόκολλα θεραπείας

 Η στρατηγική χορήγησης των ενδοϋαλοειδικών ενέσεων διαφέρει ανάλογα με την πάθηση, το στάδιο, την ανταπόκριση του ασθενούς και τις κατευθυντήριες οδηγίες της ειδικότητας. Ορισμένες κοινές προσεγγίσεις είναι:

Σταθερό πρόγραμμα (“fixedregimen”)

Ορισμένες θεραπείες ξεκινούν με καθορισμένο αριθμό ενέσεων (π.χ. 3 μηνιαίες ενέσεις) και στη συνέχεια συνεχής ή προσαρμοσμένη χορήγηση.

Πολιτική “προσαρμογής βάσει αναγκών” (ProReNata, PRN)

Μετά από αρχική φάση, οι ενέσεις δίνονται μόνο όταν εμφανίζεται υποτροπή ή επιδείνωση, βάση παρακολούθησης (οπτική οξύτητα, OCT, εικόνα αγγείων).

Τρόπος “treat-and-extend”

Μετά την αρχική ανταπόκριση, οι ενέσεις δίνονται με σταδιακή αύξηση των διαστημάτων (π.χ. +2 εβδομάδες) όταν η κατάσταση παραμένει σταθερή, με στόχο τη μείωση του αριθμού ενέσεων χωρίς απώλεια αποτελεσματικότητας.

Συνδυαστική αγωγή

Σε δύσκολες ή ανθεκτικές περιπτώσεις συνδυάζονται ενδοϋαλοειδικές ενέσεις με άλλες θεραπείες (π.χ. λέιζερ, φωτοπηξία, έγχυση στεροειδών).

Η επιλογή της σωστής στρατηγικής απαιτεί εξατομίκευση ανά ασθενή, βασισμένη στην παρακολούθηση οπτικής οξύτητας, μορφολογίας ωχράς (OCT), αγγειακής εικόνας (φλουοραγγειογραφία / OCT-αγγειογραφία) και στη συνολική υγεία του οφθαλμού.

Κλινικά οφέλη και αποτελέσματα

 Οι κλινικές μελέτες και η καθημερινή πρακτική έχουν καταδείξει τα ακόλουθα οφέλη από τη χρήση ενδοϋαλοειδικών ενέσεων:

Σταθεροποίηση ή βελτίωση της όρασης

Πολλοί ασθενείς διατηρούν τη λειτουργική όρασή τους ή ακόμη σημειώνουν βελτίωση (μεγέθυνση οπτικής οξύτητας) μετά από σειρά ενέσεων.

Μείωση του οιδήματος

Το οίδημα της ωχράς συχνά ελαττώνεται αισθητά, όπως αποτυπώνεται σε εικόνες OCT. Αυτό συμβάλλει στη μείωση της παραμόρφωσης και της διαταραχής της ωχράς.

Αποφυγή προόδου της νόσου

Σε πολλούς ασθενείς, οι ενδοϋαλοειδικές ενέσεις αναστέλλουν την περαιτέρω επιδείνωση της νόσου, όπως τη νέα ανάπτυξη αγγείων ή την επιδείνωση ισχαιμίας.

Μείωση ανάγκης άλλου τύπου επεμβάσεων

Στην περίπτωση επιτυχούς ανταπόκρισης, μπορεί να μειωθεί η ανάγκη για πιο επεμβατικές ή ριζικές διαδικασίες.

Αξιοποίηση νέων φαρμάκων και τεχνολογίας

Με την εξέλιξη των νέων γενιών αντι-VEGF και εμφυτευμάτων στεροειδών, οι θεραπείες γίνονται πιο αποτελεσματικές, με πιο μακρά δράση και λιγότερες ενέσεις.

Πρόκληση της αντοχής και της υποτροπής

 Παρά τα οφέλη, μέρος της αντιμετώπισης εξακολουθεί να είναι η διαχείριση της αντοχής ή της υποτροπής:

Ενδοϋαλοειδική αντοχή (tachyphylaxis / tolerance)

Σε ορισμένους ασθενείς, μετά από επαναλαμβανόμενες ενέσεις, η ανταπόκριση μειώνεται. Σε αυτές τις περιπτώσεις εξετάζεται αλλαγή τύπου αντι-VEGF, προσθήκη στεροειδών ή τροποποίηση πρωτοκόλλου.

Υποτροπή της νόσου

Παρά τη θεραπεία, μπορεί να επανεμφανιστεί οίδημα ή νέες νεοαγγειακές διηθήσεις. Η έγκαιρη ανίχνευση και ένεση «του σημείου αναζωπύρωσης» είναι σημαντική για να περιοριστεί η μόνιμη βλάβη.

Παράγοντες κινδύνου μη ανταπόκρισης

Προχωρημένο στάδιο πάθησης, μακρά διάρκεια νόσου πριν τη θεραπεία, μεγάλη παθολογία περιφερειακά, συνυπάρχουσες αγγειακές βλάβες ή ισχαιμία, προχωρημένη ατροφία ωχράς.

Η αντιμετώπιση της αντοχής και υποτροπής απαιτεί στενή παρακολούθηση, έγκαιρη διάγνωση και ευελιξία στη θεραπευτική στρατηγική.

Ρόλος της απεικόνισης και της παρακολούθησης

Η επιτυχής χρήση ενδοϋαλοειδικών ενέσεων απαιτεί συστηματική παρακολούθηση με απεικονιστικά μέσα:

OCT (Οπτική Τομογραφία Συνοχής)

Μετρά το πάχος της ωχράς, αναδεικνύει το οίδημα και τις ανατομικές διαταραχές (όπως υποϋποδόρια υγρά, σακκοειδείς κοιλότητες).

Η OCT είναι «εργαλείο καθοδήγησης» για την αξιολόγηση της ανταπόκρισης και τη λήψη απόφασης για επανένεση.

OCT-αγγειογραφία (OCTA)

Προσφέρει μη επεμβατική απεικόνιση των αγγειακών δικτύων της ωχράς χωρίς χρήση σκιαγραφικού. Βοηθά στην αναγνώριση νεοαγγείων, ισχαιμίας και περιοχών με μειωμένη αιμάτωση.

Φλουοραγγειογραφία

Σε ορισμένες περιπτώσεις εξακολουθεί να χρησιμοποιείται ως χρυσό πρότυπο για την αξιολόγηση διαρροών, νεοαγγείων και αιμορραγιών.

Φωτογραφία βυθού / καταγραφή οπτικής οξύτητας

Η τακτική καταγραφή της οπτικής οξύτητας και η τεκμηρίωση της εμφάνισης του βυθού του οφθαλμού συμβάλλουν στην κλινική αξιολόγηση.

Η σύνδεση των κλινικών ευρημάτων (όραση) με τις απεικονιστικές παραμέτρους είναι κρίσιμη για τη βελτιστοποίηση της θεραπείας.