Αδιαμφισβήτητα ο ήλιος αποτελεί πηγή ζωής για όλους μας. Ωστόσο, η ηλιακή ακτινοβολία μπορεί να αποβεί βλαβερή και καταστροφική, τόσο για το δέρμα, όσο και για τα μάτια μας. Μάλιστα ο βαθμός επικινδυνότητας έχει αυξηθεί τις τελευταίες δεκαετίες, εξαιτίας της εξάλειψης του όζοντος στην ατμόσφαιρα, όπου όλο και περισσότερη υπεριώδης ακτινοβολία εισέρχεται στη Γη.

Η ηλιακή ακτινοβολία αποτελείται από υπέρυθρες, υπεριώδεις (UV) και ακτίνες υψηλής ενέργειας που ανήκουν στο ορατό φάσμα (είναι δηλαδή αντιληπτές από εμάς). Οι ακτίνες αυτές προκαλούν βλάβες τόσο στους εξωτερικούς χιτώνες του ματιού, όσο και στον αμφιβληστροειδή χιτώνα στον οποίο απεικονίζεται το είδωλο της εικόνας που βλέπουμε.

Η βλαπτική δράση της ηλιακής ακτινοβολίας είναι συσσωρευτική, δηλαδή προστίθεται χρόνο με το χρόνο. Μελέτες αναφέρουν ότι περισσότερο από το 90% των καρκίνων του δέρματος οφείλεται στην ηλιακή υπεριώδη ακτινοβολία και σχετίζεται με τον αριθμό των ηλιακών εγκαυμάτων που βιώνει ένα άτομο κατά τη διάρκεια της ζωής του.

Είναι γεγονός ότι μπορούμε να μειώσουμε τη διείσδυση της ηλιακής ακτινοβολίας μέσα στα μάτια μας με διάφορους τρόπους, όπως το αντανακλαστικό κλείσιμο της κόρης στο έντονο φως ή το εκούσιο κλείσιμο των βλεφάρων. Εντούτοις, αυτό μπορεί να συμβεί σε συνθήκες έντονου ορατού φωτός. Οι μηχανισμοί αυτοί δεν μπορούν να ενεργοποιηθούν από έκθεση σε υπεριώδη ακτινοβολία, η οποία μπορεί να εξακολουθεί να είναι σε υψηλά επίπεδα, ακόμη και σε ημέρες που υπάρχει συννεφιά. Καταλαβαίνουμε επομένως ότι αυτές οι "φυσικές άμυνες" έναντι της υπεριώδους ακτινοβολίας είναι περιορισμένες.