logo

Στο άρθρο που ακολουθεί, παρουσιάζεται μια ενδιαφέρουσα μελέτη, για το πως επηρεάστηκαν διάφορες χρόνιες παθήσεις από την πανδημία του COVID-19, κυρίως η διαβητική νόσος των ματιών και πως αυτή η κατάσταση αντιμετωπίστηκε και συνεχίζει να αντιμετωπίζεται προς όφελος των ασθενών.

Η αύξηση του ποσοστού ασθενών με διαβήτη είναι σημαντική τα τελευταία χρόνια.

Το 2019 υπολογίστηκε ότι το 9,3% του παγκόσμιου πληθυσμού μεταξύ 20 και 79 ετών είχε διαβήτη, συνολικά δηλαδή 463 εκατομμύρια άτομα. Στους ενήλικες με διαβήτη, ο επιπολασμός της διαβητικής αμφιβληστροειδοπάθειας είναι περίπου 35%, ενώ αυτό του διαβητικού οιδήματος της ωχράς κηλίδας είναι 7% και η προέκταση αυτού του ποσοστού του διαβήτη στον παγκόσμιο πληθυσμό υποδηλώνει ότι παγκοσμίως υπάρχουν 32,4 εκατομμύρια άτομα με διαβητικό οίδημα της ωχράς κηλίδας. Από αυτούς, περίπου το 39% των ασθενών με διαβητικό οίδημα της ωχράς κηλίδας, ηλικίας 12 ετών και άνω θα έχουν προβλήματα όρασης που σχετίζονται με την κατάστασή τους. Το διαβητικό οίδημα της ωχράς κηλίδας εμφανίζεται συνήθως στον πληθυσμό με μέση ηλικία διάγνωσης τα 50 χρόνια. Όπως αναφέρει ο Prof. Ramin Tadayoni «Το διαβητικό οίδημα της ωχράς κηλίδας δεν έρχεται μόνο του, παρά το σχετικά μικρό της ηλικίας τους, αυτοί οι ασθενείς συχνά παρουσιάζουν ένα περίπλοκο προφίλ συννοσηρότητας, συμπεριλαμβανομένου του εγκεφαλικού, αμφιβληστροειδοπάθειας, καρδιαγγειακών προβλημάτων (συμπεριλαμβανομένης της στεφανιαίας νόσου, έμφραγμα του μυοκαρδίου, καρδιακή ανεπάρκεια και υπέρταση), νεφροπάθεια, δυσλιπιδαιμία και νευροπάθεια.

Βασικοί παράγοντες κινδύνου για την ανάπτυξη του διαβητικού οιδήματος της ωχράς κηλίδας είναι, τα υψηλά επίπεδα της γλυκοζιλιωμένης αιμοσφαιρίνης (HbA1c), η υψηλή συστολική αρτηριακή πίεση, η αυξημένη ολική χοληστερόλη ορού, η μεγάλη διάρκεια του διαβήτη και η χρήση ορισμένων φαρμάκων (π.χ. γλιταζόνες).

Η πανδημία του COVID-19 είχε σημαντικό αντίκτυπο στην παγκόσμια υγειονομική περίθαλψη και ιδιαίτερα στους διαβητικούς ασθενείς. Σε μια διεθνή έρευνα σε 202 παρόχους υγειονομικής περίθαλψης, πάνω από το 98% των ερωτηθέντων
δήλωσε ότι οι αλλαγές στις υπηρεσίες υγειονομικής περίθαλψης από το ξέσπασμα της πανδημίας επηρέασαν τους ασθενείς με χρόνιες παθήσεις, με πάνω από το 20% να δηλώνει ότι η επίπτωση ήταν σοβαρή. Η χρόνια πάθηση που αναφέρεται ότι επηρεάστηκε περισσότερο από τη μείωση των πόρων υγειονομικής περίθαλψης λόγω της πανδημίας, ήταν διαβήτης. Σχεδόν το 80% των παρόχων υγειονομικής περίθαλψης ανέφεραν επιδείνωση της ψυχικής υγείας σε ορισμένους ή στους περισσότερους από τους ασθενείς τους κατά τη διάρκεια της πανδημίας. Η πλειοψηφία των ερωτηθέντων ανέφεραν αλλαγές στη συνήθη φροντίδα των ασθενών από τη δια ζώσης εξέταση σε τηλεφωνική ή διαδικτυακή επικοινωνία. Πράγματι, η πανδημία έχει οδηγήσει σε ταχεία επέκταση της τηλεϊατρικής, η οποία αλλάζει τον τρόπο παροχής της υγειονομικής περίθαλψης. Όπως αναφέρει ο Prof. Tadayoni, «Με όλες αυτές τις προκλήσεις, έχουμε πράγματα να μάθουμε και σημειώνεται πρόοδος. Είδαμε πώς γρήγορα η τηλευγεία και η τηλεϊατρική έχουν εξελιχθεί αυτήν την περίοδο και σίγουρα μαθαίνουμε πράγματα που θα είναι χρήσιμα στο μέλλον».

Παρά αυτή την καινοτομία, η πανδημία είχε αναμφίβολα σημαντική αρνητική επίδραση στην Anti-VEGF θεραπεία σε οφθαλμολογικούς ασθενείς. Μία ανάλυση των ασθενών σε ένα μόνο νοσοκομείο στη βόρεια Κίνα, έδειξε ότι ο αριθμός των Anti-VEGF ενέσεων μειώθηκε κατά 70% στη διάρκεια της πανδημίας σε σύγκριση με το 2019. Η αναβληθείσα Anti-VEGF θεραπεία μπορεί να οδηγήσει σε άσχημα οπτικά αποτελέσματα, ιδιαίτερα στους νέους ασθενείς.

Για την αντιμετώπιση αυτού του ζητήματος, μπορεί να εξεταστούν εναλλακτικές στρατηγικές θεραπείας, όπως η συνεχής ενδοϋαλώειδική έγχυση εμφυτευμάτων κορτικοστεροειδών που απαιτούν λιγότερο συχνές ενέσεις από την Anti-VEGF θεραπεία. Ωστόσο, η ενδοϋαλοειδική θεραπεία με κορτικοστεροειδή σχετίζεται με άλλους κινδύνους, συμπεριλαμβανομένης της αυξημένης ενδοφθάλμιας πίεσης (ΕΟΠ), της ανάπτυξης γλαυκώματος και της δημιουργίας πρόωρου καταρράκτη. Για ασθενείς που συνεχίζουν την Anti-VEGF θεραπεία, τα διαστήματα θεραπείας και τα σχήματα θα πρέπει να διατηρούνται σωστά και με ακρίβεια σε όσους ανταποκρίνονται σε αυτά, ώστε να περιοριστεί η ανάγκη για επιπλέον παρακολούθηση. Για το λόγο αυτό θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, σταθερά σχήματα θεραπείας με μειωμένη παρακολούθηση.