logo

Το γλαύκωμα αποτελεί ομάδα οφθαλμικών παθήσεων που βλάπτουν το οπτικό νεύρο. Είναι η κύρια αιτία μη αναστρέψιμης τύφλωσης και μία από τις κύριες αιτίες τύφλωσης για άτομα ηλικίας άνω των 60 ετών.

Μπορεί να εμφανιστεί σε οποιαδήποτε ηλικία, αλλά είναι πιο συχνή σε ηλικιωμένους. Η βλάβη προκαλείται συχνά από υψηλή πίεση στο μάτι, η οποία, όταν ανεβεί απότομα, δίνει χαρακτηριστικά συμπτώματα, ενώ τις περισσότερες φορές αυξάνεται αργά, χωρίς να δίνει προειδοποιητικά σημάδια. Μπορεί όμως να δημιουργηθεί βλάβη και χωρίς αυξημένη πίεση. Σε αυτή την κατηγορία ανήκει το πρωτοπαθές χρόνιο απλό γλαύκωμα ανοικτής γωνίας, που αντιπροσωπεύει το μεγαλύτερο ποσοστό όλων των γλαυκωμάτων.

Η πάθηση εξελίσσεται αργά, χωρίς συμπτώματα. Στους περισσότερους ασθενείς, η πάθηση ξεκινά με απώλεια του περιφερικού οπτικού πεδίου, η οποία επεκτείνεται προς το κέντρο. Ο ασθενής δεν το αντιλαμβάνεται παρά μόνο όταν φτάσει σε προχωρημένο στάδιο. Αν μείνει χωρίς θεραπεία, η φυσική πορεία της νόσου οδηγεί σε απώλεια όρασης και μπορεί και σε τύφλωση, αν οι δύο οφθαλμοί έχουν παράλληλη πορεία. Εφόσον δεν δίνει συμπτώματα και η απώλεια όρασης δεν μπορεί να αποκατασταθεί, η έγκαιρη διάγνωση και η θεραπεία μπορούν να καθυστερήσουν ή να σταματήσουν την εξέλιξη της νόσου. Στο πλαίσιο αυτό, τακτικοί έλεγχοι σε οφθαλμίατρο είναι απαραίτητοι, ιδίως σε ανθρώπους με αυξημένο κίνδυνο να αναπτύξουν γλαύκωμα, καθώς η έγκαιρη θεραπεία μπορεί να σώσει την όραση.

Ποιοι, όμως, αναπτύσσουν γλαύκωμα και πότε πρέπει να αρχίσουμε τις οφθαλμολογικές εξετάσεις είναι τα δύο βασικά ερωτήματα που πρέπει να απαντηθούν. Ας ξεκαθαρίσουμε πως ο καθένας μπορεί να αναπτύξει γλαύκωμα. Η συχνότητα εμφάνισης αυξάνεται με την ηλικία. Συστήνεται τακτικός οφθαλμολογικός έλεγχος ανά δύο χρόνια μετά την ηλικία των 50-55 ετών ή νωρίτερα, σε περίπτωση αυξημένου κινδύνου. Κάποιοι άνθρωποι βρίσκονται σε αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης γλαυκώματος, καθώς το γλαύκωμα είναι κληρονομική πάθηση. Εάν μέλος της οικογένειας έχει γλαύκωμα, η πιθανότητα να αναπτύξει γλαύκωμα ο άμεσος συγγενής αυξάνεται κατά 10 φορές και είναι ακόμη μεγαλύτερος εάν το γλαύκωμά τους είναι προχωρημένο. Είναι σημαντικό, όταν κάποιος διαγνωστεί με γλαύκωμα, να ενημερώσει τους συγγενείς πρώτου βαθμού και να τους προτρέψει να ελέγχουν τα μάτια τους κάθε δύο χρόνια από την ηλικία των 40 ετών.

Υπάρχουν προδιαθεσικοί παράγοντες και καταστάσεις οι οποίες, όταν συνδυάζονται, μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο εμφάνισης γλαυκώματος και θα πρέπει να συνυπολογίζονται κατά τον γενικό οφθαλμολογικό έλεγχο. Στις κατηγορίες αυτές περιλαμβάνονται άνθρωποι με οικογενειακό ιστορικό γλαυκώματος, υψηλή ενδοφθάλμια πίεση, ηλικία άνω των 50 ετών, σακχαρώδη διαβήτη, ημικρανίες, υψηλή ή χαμηλή αρτηριακή πίεση ή με παρατεταμένη χρήση κορτιζόνης συστηματικά ή τοπικά, οι υψηλοί μύωπες ή οι υψηλοί υπερμέτρωπες, καθώς και όσοι έχουν υποστεί οφθαλμικό τραύμα, φλεγμονή ή οφθαλμολογική επέμβαση.

Ο οφθαλμίατρος θα καταγράψει το πλήρες ιστορικό διερεύνησης προδιαθεσικών παραγόντων και παραγόντων κινδύνου για ανάπτυξη γλαυκώματος. Η πλήρης οφθαλμολογική εξέταση περιλαμβάνει μέτρηση ενδοφθάλμιας πίεσης, μέτρηση πάχους κεντρικού κερατοειδούς, εξέταση της γωνίας του προσθίου θαλάμου, εξέταση της κεφαλής του οπτικού νεύρου και έλεγχο οπτικών πεδίων.

Τα ευρήματα καταγράφονται, αξιολογούνται και συγκρίνονται με μελλοντικά για να αποκαλυφθούν διαφορές που θα καταδείξουν πιθανή εξέλιξη. Στην αντιμετώπιση, σκοπός είναι να προστατευτεί το οπτικό νεύρο. Συνήθως, χορηγούνται οφθαλμικές σταγόνες που μειώνουν την ενδοφθάλμια πίεση. Είναι σημαντικό να παίρνετε καθημερινά τις σταγόνες σας, γιατί έχει βρεθεί ότι η μη συμμόρφωση στην αγωγή οδηγεί σε επιδείνωση του γλαυκώματος. Εάν οι οφθαλμικές σταγόνες δεν αρκούν για να ελέγξουν την ενδοφθάλμια πίεση σε επαρκές επίπεδο ώστε να σταματήσει η απώλεια οπτικού πεδίου, ο γιατρός σας μπορεί να συστήσει λέιζερ ή χειρουργική επέμβαση.